Η απώλεια-ενδοθηλίου-κερατοειδούς περιγράφει τη μείωση ή τη βλάβη των κυττάρων του εσωτερικού στρώματος του κερατοειδούς, που ονομάζεται ενδοθήλιο. Αυτό το λεπτό στρώμα κυττάρων έχει κρίσιμη λειτουργία: αντλεί νερό μακριά από τον κερατοειδή ώστε να παραμένει διαυγής και να βλέπουμε καθαρά. Όταν τα ενδοθηλιακά κύτταρα μειώνονται ή παθαίνουν βλάβη, ο κερατοειδής δεν μπορεί να ελέγξει το νερό και πρήζεται ή θολώνει, οδηγώντας σε μειωμένη όραση. Η απώλεια μπορεί να προκληθεί από την πάροδο της ηλικίας, από χειρουργικές επεμβάσεις στα μάτια, από τραυματισμούς ή από ορισμένες νόσους του κερατοειδούς. Τα πρώιμα σημάδια είναι θόλωση της όρασης, ευαισθησία στο φως και αίσθηση ξένου σώματος, ενώ η θόλωση συχνά επιδεινώνεται το πρωί λόγω συσσώρευσης υγρού. Η διάγνωση γίνεται με ειδικές εξετάσεις που μετρούν τον αριθμό και την κατάσταση των ενδοθηλιακών κυττάρων και την πάχυνση του κερατοειδούς. Σε ήπια στάδια μπορεί να βοηθούν οφθαλμικές σταγόνες και προσαρμογές στη φροντίδα του ματιού, αλλά σε προχωρημένα στάδια χρειάζονται χειρουργικές τεχνικές που αντικαθιστούν μόνο το παθολογικό στρώμα. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή φροντίδα μειώνουν τον κίνδυνο μόνιμης απώλειας όρασης και βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.